Μετάφραση του "blushing" σε Ελληνικά

Οι ερύθημα, κοκκίνισμα, ντροπαλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blushing" σε Ελληνικά.

blushing adjective noun verb γραμματική

Present participle of blush. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερύθημα

  • κοκκίνισμα

    noun
  • ντροπαλός

    Adjective

    In fact, don't ever say " blushing. "

    Για την ακρίβεια, μην ξαναπείς ποτέ " ντροπαλός ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ροδόχρους
    • ρόδινος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blushing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blushing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ερυθρωπός οίνος · ροζέ οίνος
  • γίνομαι κόκκινος από ντροπή · κοκκινίζω
  • τελείως αδιάντροπα · χωρίς ντροπή
  • έξαψη · γίνομαι κόκκινος · ερύθημα · κοκκίνισμα · κοκκινάδι · κοκκινίζω · κόκκινο χρώμα · ματιά · ντροπιάζομαι · ροδίζω · ρουζ · τριανταφυλλί χρώμα · όψη
  • ντροπαλός
  • εκ πρώτης εντύπωσεως · εκ πρώτης εντύπωσης · εκ πρώτης όψεως · εκ πρώτης όψης · με την πρώτη ματιά · προφανώς · φαινομενικά
  • κοκκινίζω
  • έξαψη · γίνομαι κόκκινος · ερύθημα · κοκκίνισμα · κοκκινάδι · κοκκινίζω · κόκκινο χρώμα · ματιά · ντροπιάζομαι · ροδίζω · ρουζ · τριανταφυλλί χρώμα · όψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blushing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη