Μετάφραση του "boastful" σε Ελληνικά

Οι κομπαστικός, αλαζόνας, καυχησιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boastful" σε Ελληνικά.

boastful adjective γραμματική

Tending to boast or brag. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομπαστικός

  • αλαζόνας

    adjective masculine, feminine

    I seemed a bit boastful with the lab and the analysis of the painting.

    Έδειξα λίγο αλαζόνας με το εργαστήριο και την ανάλυση του πίνακα.

  • καυχησιάρης

    masculine

    Sir Boast-a-lot was the bravest and cleverest knight at the round table.

    Ο κ. Καυχησιάρης ήταν ο πιο γενναίος ιππότης της στρογγυλής τραπέζης.

  • υπερόπτης

    adjective masculine, feminine

    Of course, haughty Sennacherib would not be expected to boast of this loss of his troops.

    Φυσικά, δεν θα αναμενόταν να καυχηθεί ο υπερόπτης Σενναχειρείμ για την απώλεια των στρατευμάτων του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boastful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "boastful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καυχιέμαι · καυχώμαι · καύχημα · κοκορεύομαι · κομπάζω · κομπασμός · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • περηφανεύομαι
  • καυχιέμαι · καυχώμαι · καύχημα · κοκορεύομαι · κομπάζω · κομπασμός · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • καυχιέμαι · καυχώμαι · καύχημα · κοκορεύομαι · κομπάζω · κομπασμός · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • καυχιέμαι · καυχώμαι · καύχημα · κοκορεύομαι · κομπάζω · κομπασμός · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
  • περηφανεύομαι
  • καυχιέμαι · καυχώμαι · καύχημα · κοκορεύομαι · κομπάζω · κομπασμός · κορδώνομαι · υπερηφανεύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boastful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη