Μετάφραση του "bob" σε Ελληνικά

Οι βαρίδι, αναπηδώ, To move up and down quickly and gently, especially on the surface of water ... αναπηδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bob" σε Ελληνικά.

bob verb noun γραμματική

(transitive) To cut (hair) into a bob haircut. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρίδι

    neuter

    The weight itself is sometimes called the plumb bob, or plummet.

    Το βάρος αυτό καθαυτό αποκαλείται μερικές φορές βαρίδι ή στάθμη.

  • αναπηδώ

    verb
  • To move up and down quickly and gently, especially on the surface of water ... αναπηδω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπόκλιση
    • αγωνιστικό έλκηθρο
    • βολίδα
    • σείομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bob " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bob noun proper γραμματική

A diminutive of the male given name Robert. [..]

+ Προσθήκη

"Bob" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bob στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

BOB adjective noun γραμματική

Back-of-the-book; denoting those stamps in a catalogue that are not used for the payment of regular postage fees, and are displayed separately in the catalogue after that listing; the division between these two groups varies with the publisher. [..]

+ Προσθήκη

"BOB" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BOB στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bob" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bob" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη