Μετάφραση του "bog" σε Ελληνικά

Οι έλος, βάλτος, τέλμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bog" σε Ελληνικά.

bog adjective verb noun γραμματική

An expanse of marshland. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλος

    noun masculine

    expanse of marshland [..]

    After the peat has been lifted the peat bog becomes green again and begins to produce new peat.

    Αμέσως μετά την συλλογή της τύρφης το έλος αρχίζει, να παράγει νέες μάζες τύρφης.

  • βάλτος

    noun masculine

    A stretch waterlogged, spongy ground, chiefly composed of decaying vegetable matter, especially of rushes, cotton grass, and sphagnum moss.

    Because she was as homely as a peat bog.

    Γιατί ήταν φιλόξενη σα βάλτος.

  • τέλμα

    noun neuter

    Instead of cooperating they stayed bogged down in fear and resentment.

    Αντί να συνεργαστούν, κόλλησαν στο τέλμα της εχθρότητας και του μίσους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βούρκος
    • τουαλέτα
    • μπάνιο
    • αποχωρητήριο
    • τυρφώνας
    • απόπατος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

BOG noun γραμματική

Initialism of [i]boots on the ground[/i].

+ Προσθήκη

"BOG" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BOG στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bog"

Φράσεις παρόμοιες με "bog" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πνίγομαι από, σε
  • χωρίς ελπίδα σωτηρίας
  • κωλόχαρτο
  • βαλτώνω · βυθίζω · εγκλωβίζω · καθηλώνω · κολλάω · κουράζω · λασπώνω
  • αποτελματώνομαι · βουλιάζω (σε κτ) · εγκλωβίζομαι (σε) · καθηλώνομαι (σε κτ) · κολλάω (σε κτ) · μπλέκω (σε) · πελαγώνω (με κτ) · χάνομαι (σε κτ)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη