Μετάφραση του "bone" σε Ελληνικά

Οι οστό, κόκαλο, κόκκαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bone" σε Ελληνικά.

bone adjective verb noun γραμματική

Of an off-white colour, like the colour of bone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οστό

    noun neuter

    component of a skeleton [..]

    If the hyoid bone was fractured it would be strangulation.

    Αν το θυροειδές οστό, είχε πάθει κάταγμα, τότε προξενείται στραγγαλισμός.

  • κόκαλο

    noun masculine

    material [..]

    Tom gave a bone to his dog.

    Ο Τομ έδωσε ένα κόκαλο στον σκύλο του.

  • κόκκαλο

    A composite material consisting largely of calcium phosphate and collagen and making up the skeleton of most vertebrates.

    There's a lack of bruising on the bone at the incision point.

    Υπάρχει μια έλλειψη μωλωπισμού στο κόκκαλο στο σημείο τομής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψαροκόκαλο
    • μπανέλα
    • μπαλένα
    • ξεκοκαλίζω
    • οστεώδης
    • οστούν
    • όστουν
    • Οστό
    • ζάρια
    • περνάω μπαλένα (σε ρούχο)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bone
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάφος

    noun

Εικόνες με "bone"

Φράσεις παρόμοιες με "bone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη