Μετάφραση του "bookmaker" σε Ελληνικά
Οι βιβλιοδέτης, πράκτορας στοιχημάτων, μπουκμέικερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bookmaker" σε Ελληνικά.
bookmaker
noun
γραμματική
a person who prints or binds books [..]
-
βιβλιοδέτης
noun m;f masculine;femininea person who prints or binds books
-
πράκτορας στοιχημάτων
masculinea person who calculates odds and accepts bets; a bookie
George, who did the bookmakers have as the favourite to win the race?
Τζόρτζ, ποιόν είχαν oi πράκτορες στοιχημάτων σαν φαβορί του αγώνα;
-
μπουκμέικερ
So you' re working for that same bookmaker?
Δουλεύεις για τον ίδιο μπουκμέικερ
-
Εταιρεία στοιχημάτων
οργανισμός που δέχεται στοιχήματα για διάφορα γεγονότα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bookmaker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη