Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:
Μετάφραση του "boomed" σε Ελληνικά
boomed
verb
Simple past tense and past participle of boom. [..]
Αυτόματες μεταφράσεις του " boomed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"boomed" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το boomed στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "boomed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έκρηξη · ακμάζω · αλματώδης ανάπτυξη · βομβώ · βροντή · βόμβος · ευδοκιμώ · ευημερώ · κατακόρυφη αύξηση · κεραία · κρότος · μάννα εξ ουρανού · μπαμ · μπουμ · μπουμπουνίζω · μπούμ · περίοδος ευημερίας · προάγω · πρόοδος · ραγδαία αύξηση · ραγδαία εξέλιξη · χείμαρρος
-
έξαρση και ύφεση
-
αναδιπλούμενος βραχίονας
-
Βραχίονας, μπούμα
-
έξαρση τής οικονομικής δραστηριότητας · αλματώδης οικονομική ανάπτυξη · μεγάλη οικονομική ανάπτυξη · οικονομική άνθηση · οικονομική ευημερία
-
ακμαίος · ανθηρός · εκρηκτικός · θαλερός · παραγωγικός · πληθωρικός · ραγδαίος
-
όπερ έδει δείξαι
-
δημογραφική έκρηξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη