Μετάφραση του "boot" σε Ελληνικά

Οι μπότα, παπούτσι, εκκίνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boot" σε Ελληνικά.

boot verb noun γραμματική

A bootleg recording. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπότα

    noun feminine

    heavy shoe that covers part of the leg [..]

    Except for the knife hidden in your boot.

    Με εξαίρεση το μαχαίρι που ήταν κρυμμένο στην μπότα σου.

  • παπούτσι

    noun neuter

    They' re not fit to lick your boots!

    Αυτοί δεν είναι άξιοι ούτε να γλείψουν τα παπούτσια σου!

  • εκκίνηση

    noun feminine

    Got the boot from his teaching job for improper conduct with female students.

    Πήρε την εκκίνηση από τη δουλειά του για ανάρμοστη συμπεριφορά με φοιτήτριες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάκτισμα
    • υπόδημα
    • κλωτσώ
    • κλωτσιά
    • πορτμπαγκάζ
    • μπότες
    • αρβύλα
    • αποσκευές
    • κλοτσιά
    • στιβάλι
    • πορτ-μπαγκάζ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

BOOT abbreviation

Initialism of [i]Build–own–operate–transfer[/i].

+ Προσθήκη

"BOOT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BOOT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "boot"

Φράσεις παρόμοιες με "boot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη