Μετάφραση του "bootable" σε Ελληνικά

Το με δυνατότητα εκκίνησης είναι η μετάφραση του "bootable" σε Ελληνικά.

bootable adjective noun γραμματική

(computing) (of a disk, etc.) That can be booted; from which one can boot the system. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • με δυνατότητα εκκίνησης

    Containing the system files necessary for booting a PC and running it.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bootable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bootable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη