Μετάφραση του "born" σε Ελληνικά

Οι γεννώ, αντέχω, γεννημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "born" σε Ελληνικά.

born adjective verb noun γραμματική

Past participle of bear; given birth to. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεννώ

    verb

    All of her children were born with Down syndrome.

    Όλα της τα παιδιά γεννήθηκαν με σύνδρομο Ντάουν.

  • αντέχω

    verb
  • γεννημένος

    Two inches taller than a modern american, A natural athlete, a born hunter.

    Πέντε εκατοστά ψηλότερος από τον σύγχρονο αμερικανό, εκ φύσεως αθλητής γεννημένος κυνηγός.

  • κατά κόσμον

    χρησιμοποιείται για να δηλωθεί το βαφτιστικό όνομα (ή και το επώνυμο) ιερωμένου ή μοναχού, σε αντιδιαστολή με το ιερατικό του (ΜΗΛΝΕΓ)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " born " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Born noun

Born, Mecklenburg-Vorpommern [..]

+ Προσθήκη

"Born" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Born στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "born" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "born" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη