Μετάφραση του "bosom" σε Ελληνικά

Οι στήθος, αγκαλιά, μπούστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bosom" σε Ελληνικά.

bosom adjective verb noun γραμματική

(somewhat dated) The breast or chest of a human (or sometimes of another animal). [from 11th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στήθος

    noun neuter

    chest, breast

    That should display enough of your bosom to attract a new mate, or a hungry infant.

    Οτι με αυτό θα δείχνεις αρκετό στήθος για να βρείς καινούριο γκόμενο, ή ένα πεινασμένο παιδάκι.

  • αγκαλιά

    noun adverb feminine

    protective embrace

    There is no deeper solace for a woman, than in the bosom of her gender.

    Δεν υπάρχει βαθύτερη παρηγοριά για μια γυναίκα σχέση με το αγκαλιά του φύλου της.

  • μπούστο

    noun

    ένδυμα

    In every book I've read, whenever there's an ample bosom there's always heaving.

    Σε κάθε βιβλίο που έχω διαβάσει, όπου υπάρχει πλούσιο μπούστο, υπάρχει και ανύψωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόλπος
    • κόρφος
    • The breast or chest of a human (or sometimes of another animal) ... στηθος, αγκαλια
    • καρδιά
    • θαλπωρή
    • στέρνο
    • αγκαλιάζω
    • εγκολπώνομαι
    • μπουστάκι
    • σφιχταγκαλιάζω
    • ζεύγος μαστών
    • στήθη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bosom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bosom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bosom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη