Μετάφραση του "bossy" σε Ελληνικά

Οι αυταρχικός, αναμφισβήτητος, κατηγορηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bossy" σε Ελληνικά.

bossy adjective noun γραμματική

tending to give orders to others, especially when unwarranted; domineering [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυταρχικός

    adjective masculine

    Never be bossy or tyrannical in exercising headship, but manifest humility.

    Μην είστε ποτέ αυταρχικός ή τυραννικός στην άσκηση της ηγεσίας σας, αλλά να εκδηλώνετε ταπεινοφροσύνη.

  • αναμφισβήτητος

    Adjective
  • κατηγορηματικός

    adjective
  • μοσχάρι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bossy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bossy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bossy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη