Μετάφραση του "bottom" σε Ελληνικά

Οι πυθμένας, πάτος, πισινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bottom" σε Ελληνικά.

bottom adjective verb noun γραμματική

The lowest part from the uppermost part, in either of these senses: [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυθμένας

    noun masculine

    lowest part

    Standard defects are flat bottom holes with different diameters.

    Τα τυπικά ελαττώματα είναι οπές επίπεδου πυθμένα διαφορετικών διαμέτρων.

  • πάτος

    noun masculine

    the lowest part

    That means we are at the bottom of the social heap.

    Που σημαίνει ότι είμαστε ο πάτος του κοινωνικού συνόλου.

  • πισινός

    noun masculine

    euphemistic: buttocks or anus [..]

    It's a bottom that could hold the world up.

    Είναι ένας πισινός που θα μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βυθός
    • βάθος
    • οπίσθια
    • κώλος
    • έρεισμα
    • θεμέλιο
    • πατώνω
    • κατώτατος
    • γούβα
    • κωλομέρια
    • βαθούλωμα
    • αντοχή
    • απώτατο σημείο
    • γλουτοί
    • κάτω μέρος
    • κάτω πλευρά
    • πιάνω πάτο
    • χρονική υποδιαίρεση μπέιζμπολ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bottom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bottom
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατώτατο σημείο, πυθμένας

Εικόνες με "bottom"

Φράσεις παρόμοιες με "bottom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bottom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη