Μετάφραση του "bound" σε Ελληνικά

Οι άλμα, όριο, πήδημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bound" σε Ελληνικά.

bound adjective verb noun γραμματική

Simple past tense and past participle of bind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άλμα

    noun neuter

    sizeable jump

    And Beverly's career is taking off in leaps and bounds.

    Κι η καριέρα της Μπέβερλι κάνει άλμα στα όρια.

  • όριο

    noun neuter

    Limited in performance or speed; for example, an input/output-bound system is limited by the speed of its input and output devices (keyboard, disk drives, and so on), even though the processor or program is capable of performing at a higher rate.

    Moreover, no bounds are expressly set to the range of gambling activities which may be excluded.

    Επιπλέον, δεν τίθεται ρητά κανένα όριο στον κύκλο των δραστηριοτήτων που μπορούν να μην συμπεριληφθούν.

  • πήδημα

    noun

    Besides eating crops in a single bound, what else can they do?

    Εκτός από το να καταστρέφουν τις σοδειές με ένα πήδημα τη άλλο μπορούν να κάνουν

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπηδώ
    • δεσμευμένος
    • δεσμευθείς
    • πηδώ
    • βιβλιοδετημένος
    • δεμένος
    • οροθετώ
    • περιορισμένος
    • οριοθετώ
    • χοροπηδώ
    • δένω
    • όρια αντικειμένου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bound " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bound

Bound (film)

+ Προσθήκη

"Bound" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bound στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bound" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bound" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη