Μετάφραση του "bowed" σε Ελληνικά
Το σκυφτός είναι η μετάφραση του "bowed" σε Ελληνικά.
bowed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of bow . [..]
-
σκυφτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bowed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bowed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φαρδύπλωρο
-
κεραία μορφής Παπιγιόν
-
λυγίζω μπροστά σε · προσκυνώ μπροστά σε · υποκλίνομαι σε · υποκύπτω σε · υποτάσσομαι σε
-
κάμπτoμαι · λυγίζω
-
δένω φιόγκο
-
καμπούρης
-
μικρή λύρα
-
Τοξοειδές κρουστικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη