Μετάφραση του "bowstring" σε Ελληνικά
Οι στραγγαλίζω, χορδή τόξου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bowstring" σε Ελληνικά.
bowstring
verb
noun
γραμματική
(transitive) to strangle with a bowstring [..]
-
στραγγαλίζω
verb -
χορδή τόξου
noun feminineHow come you don't have an extra bowstring?
Πως εσύ δεν έχεις έξτρα χορδή τόξου;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bowstring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη