Μετάφραση του "brainy" σε Ελληνικά

Οι έξυπνος, ευφυής, πνευματώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brainy" σε Ελληνικά.

brainy adjective γραμματική

(informal) Very intellectually capable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξυπνος

    adjective masculine

    The brainy one may even find himself under attack from others.

    Ο έξυπνος μπορεί μάλιστα να δεχτεί και την επίθεση των άλλων.

  • ευφυής

    adjective

    Because I'm very brainy.

    Επειδή είμαι πολύ ευφυής.

  • πνευματώδης

    I guess he's into brainy chicks.

    Μάλλον του αρέσουν οι πνευματώδεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brainy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brainy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη