Μετάφραση του "bread maker" σε Ελληνικά

Οι αρτοπαρασκευαστής, φούρναρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bread maker" σε Ελληνικά.

bread maker noun γραμματική

A household appliance which makes bread or dough from raw ingredients. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτοπαρασκευαστής

    masculine

    household appliance which makes bread

    It... it wasn't the bread maker.

    Δεν ήταν ο αρτοπαρασκευαστής.

  • φούρναρης

    noun masculine

    I got this job as a bread maker.

    Βρήκα μια δουλειά σα φούρναρης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bread maker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bread maker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη