Μετάφραση του "break-in" σε Ελληνικά

Το διάρρηξη είναι η μετάφραση του "break-in" σε Ελληνικά.

break-in noun γραμματική

An act of entering somewhere with the intent to steal or commit some other offence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρρηξη

    noun feminine

    the act of entering with the intent to steal

    I noticed the break-in three hours ago, I phoned the police right away.

    Eίδα την διάρρηξη πριν 3 ώρες και κάλεσα αμέσως αστυνομία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " break-in " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "break-in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανοίγω · διάρρηξη · διαρρηγνύω · εισβάλλω · κάνω διάρρηξη · παραβιάζω · ριφιφί
  • ανοίγω · διάρρηξη · διαρρηγνύω · εισβάλλω · κάνω διάρρηξη · παραβιάζω · ριφιφί
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "break-in" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη