Μετάφραση του "breakthrough" σε Ελληνικά
Οι πρόοδος, ανακάλυψη, αποτέλεσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "breakthrough" σε Ελληνικά.
breakthrough
adjective
noun
γραμματική
Characterized by major progress or overcoming some obstacle. [..]
-
πρόοδος
nounLast time we had a drink, we made a breakthrough.
Την τελευταία φορά που ήπιαμε μαζί σημειώσαμε μεγάλη πρόοδο.
-
ανακάλυψη
noun feminineThis is the sort of thing you see after a fundamental breakthrough.
Αυτό είναι κάτι που βλέπετε μετά από μια θεμελιώδη ανακάλυψη.
-
αποτέλεσμα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξέλιξη
- επίτευγμα
- επαναστατικός
- σημαντικό βήμα
- τούτου λεχθέντος
- ένα βήμα μπροστά
- διάσπαση, διείσδυση
- ραγδαία εξέλιξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " breakthrough " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "breakthrough" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σημειώνω πρόοδο
-
καμία πρόοδος δεν έχει επιτευχθεί
-
μεγάλη πρόοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη