Μετάφραση του "bribe" σε Ελληνικά

Οι δωροδοκία, δωροδοκώ, δωροληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bribe" σε Ελληνικά.

bribe verb noun γραμματική

Something (usually money) given in exchange for influence or as an inducement to dishonesty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωροδοκία

    noun feminine

    inducement to dishonesty [..]

    Marvin Gryska all but offered me a bribe to release his frozen assets.

    Marvin Gryska όλα, αλλά μου πρόσφερε μια δωροδοκία να απελευθερώσει δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία του.

  • δωροδοκώ

    verb

    to give a bribe [..]

    I'm bribing you to break up with my daughter.

    Σε δωροδοκώ για να τα χαλάσεις με την κόρη μου.

  • δωροληψία

    noun feminine

    inducement to dishonesty [..]

    A final conviction decision was reached against a mayor and a former deputy mayor for bribe-taking.

    Εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση φυλάκισης δημάρχου και πρώην αντιδημάρχου για δωροληψία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάδωμα
    • φακελάκι
    • χρηματισμός
    • δωροδόκημα
    • λαδώνω
    • χρυσώνω
    • εξαγοράζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bribe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bribe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bribe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη