Μετάφραση του "broad" σε Ελληνικά
Οι ευρύς, πλατύς, γενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broad" σε Ελληνικά.
broad
adjective
noun
γραμματική
(of a person or object) wide in extent or scope [..]
-
ευρύς
adjective masculineA broad definition of these acts is needed to ensure legal certainty within the internal market.
Χάριν ασφαλείας δικαίου στην εσωτερική αγορά πρέπει να δοθεί ευρύς ορισμός των πράξεων αυτών.
-
πλατύς
adjectiveHe was taller than Madame, with a square jaw, a broad face.
Ήταν ψηλότερος από την κυρία, με τετράγωνο πηγούνι, πλατύ πρόσωπο.
-
γενικός
adjective masculineIt is possible to make a distinction between two broad systems of housing animals.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο γενικά συστήματα στέγασης των ζώων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γκόμενα
- φαρδύς
- γυναίκα
- εκτενής
- εκτενές
- εκτεταμένος
- πλατύ μέρος αντικειμένου
- μέγας
- απέραντος
- απέραντο
- μανούλι
- φιλελεύθερος
- απέραντη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " broad " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "broad"
Φράσεις παρόμοιες με "broad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλατύφυλλος
-
General and sweeping in scope but lacking in detail and finesse
-
κουκί · κουκιά · κουκκί · φάβα
-
άλμα εις μήκος
-
μέρα μεσημέρι · ντάλα μεσημέρι
-
πλατύγυρος
-
Κουκιά
-
πλατύς σύνδεσμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη