Μετάφραση του "broiler" σε Ελληνικά

Οι σχάρα, ψησταριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broiler" σε Ελληνικά.

broiler noun γραμματική

(cooking) A device used to broil food; part of an oven or a small stove; a grill. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχάρα

    noun feminine

    We had no broiler, so Johnny did everything in pans.

    Δεν είχε σχάρα και τα έκανε όλα στο τηγάνι.

  • ψησταριά

    noun feminine

    That's because you're standing right next to the broiler.

    Αφού είσαι δίπλα στην ψησταριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " broiler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "broiler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη