Μετάφραση του "bromidic" σε Ελληνικά
Οι κοινότοπος, σαχλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bromidic" σε Ελληνικά.
bromidic
adjective
γραμματική
stale, banal, clichéd [..]
-
κοινότοπος
adjective masculine -
σαχλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bromidic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bromidic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
a trite statement that is intended to soothe or placate ... βρωμιουχο αλας, βρομιδιο · bromide · βρομίδιο · βρομιούχο άλας · βρωμιούχο · κοινοτοπία
-
Βρωμιούχο καίσιο
-
Αιθανοϋλοβρωμίδιο
-
1-βρωμοπροπάνιο
-
αμμωνιουχο βρωμιο
-
Υδροβρώμιο
-
Βρωμαιθένιο
-
Βρωμιούχος υφυδράργυρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη