Μετάφραση του "brown-out" σε Ελληνικά

Οι πτώση τάσης, Προσωρινή διακοπή, βύθιση ή μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brown-out" σε Ελληνικά.

brown-out noun γραμματική

Alternative spelling of brownout. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτώση τάσης

    A partial power outage, a disruption in electric power supply that reduces the voltage available causing lights to dim.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brown-out " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Brown-out
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσωρινή διακοπή, βύθιση ή μείωση

Φράσεις παρόμοιες με "brown-out" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brown-out" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη