Μετάφραση του "browsing" σε Ελληνικά
Το περιήγηση είναι η μετάφραση του "browsing" σε Ελληνικά.
browsing
noun
verb
γραμματική
Present participle of browse. [..]
-
περιήγηση
nounHere's a little selection that we've found with just a quick browsing.
Εδώ είναι μια μικρή συλλογή που βρήκαμε με μόνο μια γρήγορη περιήγηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " browsing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "browsing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βοσκάω · βοσκώ · βόσκω · ξεφυλλίζω · περιηγούμαι · φυλλομετρώ
-
στοιχείο ελέγχου επεξεργασίας αναζήτησης
-
ιστορικό περιήγησης
-
Περιήγηση με δρομέα
-
περιήγηση με καρτέλες
-
συνεργατική περιήγηση
-
αναζήτηση στους καταλόγους
-
κουμπί περιήγησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη