Μετάφραση του "build" σε Ελληνικά
Οι χτίζω, οικοδομώ, κτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "build" σε Ελληνικά.
build
Verb
verb
noun
γραμματική
The physique of a human body; constitution or structure of a human body. [..]
-
χτίζω
verb(transitive) to form by combining materials or parts
The government wants a new lunar station and only one of them gets to build it.
Η κυβέρνηση θέλει ένα νέο σεληνιακό σταθμό και μόνο ένας από αυτούς θα το χτίσει.
-
οικοδομώ
verbI build things walls, ceilings.
Οικοδομώ πράγματα, τοίχους, οροφές.
-
κτίζω
verbI will not be the treasure that builds an army against my father.
Δεν θα γίνω ο θησαυρός που θα κτίσει τον στρατό κατά του πατέρα μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατασκευή
- αναπτύσσω
- σώμα
- δόμηση
- ανεγείρω
- δημιουργώ
- συγκεντρώνω
- δομή
- δομώ
- στοιχειοθετώ
- σφυρηλατώ
- διαμορφώνω
- προάγω
- καλλιεργώ
- κράση
- φύση
- αναπτύσσομαι
- εντείνομαι
- ναυπηγώ
- στεριώνω
- συσσωρεύομαι
- ανατομία
- στήνω
- ανθρώπινο σώμα
- αυξάνω, -ομαι
- διαπλάθω
- κλιμακώνω, -ομαι
- σωματική κατασκευή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " build " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "build"
Φράσεις παρόμοιες με "build" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολυκατοικία · πολυόροφο κτίριο
-
δομικό στοιχείο · θεμέλιος λίθος · μονάδα · μπλοκ δόμησης · οικοδομικό τεμάχιο
-
Φωτοβολταϊκά ενσωματωμένα σε κτίριο
-
θεμέλιο
-
Κατασκευή / κατασκευασμένος κατά παραγγελία
-
Πρότυπο καλωδίωσης κτιρίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη