Μετάφραση του "bumbling" σε Ελληνικά
Το αδέξιος είναι η μετάφραση του "bumbling" σε Ελληνικά.
bumbling
noun
adjective
verb
γραμματική
An act of bumbling, a mistake or error especially through clumsiness. [..]
-
αδέξιος
adjective masculineYou'll be utterly reduced to an ineffective bumbling inarticulate man with Asperger's.
Είσαι ένας άχρηστος, αδέξιος τύπος με σύνδρομο Ασπέργκερ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bumbling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bumbling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βομβώ · βουίζω · διστάζω έχω σωματικό τικ · εκτελώ αδέξια · κάνω άτεχνα · τα θαλασσώνω · τα κάνω μούσκεμα · τραυλίζω · τρικλίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη