Μετάφραση του "bunker" σε Ελληνικά

Οι καυσιμαποθήκη, καταφύγιο, οχυρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bunker" σε Ελληνικά.

bunker verb noun γραμματική

(military) A hardened shelter, often buried partly or fully underground, designed to protect the inhabitants from falling bombs or other attacks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καυσιμαποθήκη

    noun feminine

    container for storing coal or fuel oil for a ship's engine [..]

  • καταφύγιο

    noun neuter

    hardened shelter

    These ammo bunkers are the only underground structures on the base with riveted doors.

    Αυτά τα καταφύγιο πυρομαχικών είναι τα μόνα υπόγεια κτίσματα στην βάση με αμφίδρομες πόρτες.

  • οχυρό

    noun neuter

    hardened shelter

    The director's office becomes a bunker in case of biological attack.

    Το γραφείο του διευθυντή μετατρέπεται σε οχυρό σε περίπτωση βιολογικής επίθεσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καρβουναριό
    • αμπρί
    • oχυρό
    • ανθρακεύω
    • Οχυρό καταφύγιο
    • οχυρό καταφύγιο
    • παγίδα στο γκολφ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bunker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bunker proper

A surname.

+ Προσθήκη

"Bunker" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bunker στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bunker"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bunker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη