Μετάφραση του "buoyancy" σε Ελληνικά

Οι άνωση, άντωση, πλευστότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buoyancy" σε Ελληνικά.

buoyancy noun γραμματική

(physics) the upward force on a body immersed or partly immersed in a fluid [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνωση

    Noun feminine

    physics: upward force on an immersed body

    All filter weights shall be corrected for filter buoyancy in air.

    Όλες οι ζυγίσεις των φίλτρων διορθώνονται ως προς την άνωση των φίλτρων στον αέρα.

  • άντωση

    feminine

    physics: upward force on an immersed body

    The buoyancy, material and colour of life-jackets must satisfy the conditions set out in 7.05.2.

    Η άντωση, το υλικό και το χρώμα των σωσίβιων ζωνών πρέπει να ικανοποιούν τους όρους του σημείου 7.05.2.

  • πλευστότητα

    feminine

    ability to stay afloat

    The proof of buoyancy after damage shall be verified for the fully laden craft.

    Η πλευστότητα σε περίπτωση αβαρίας πρέπει να αποδεικνύεται για το σκάφος σε κατάσταση πλήρους φόρτωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάταση
    • Άνωση
    • αισιοδοξία
    • ζωηρότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " buoyancy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Buoyancy
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άνωση

    All filter weights shall be corrected for filter buoyancy in air.

    Όλες οι ζυγίσεις των φίλτρων διορθώνονται ως προς την άνωση των φίλτρων στον αέρα.

Φράσεις παρόμοιες με "buoyancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "buoyancy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη