Μετάφραση του "burdened" σε Ελληνικά
Οι βαρυνόμενος, ενυπόθηκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "burdened" σε Ελληνικά.
burdened
adjective
verb
Simple past tense and past participle of burden . [..]
-
βαρυνόμενος
It is also important that the burden of proving compliance with information requirements falls on the trader.
Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ενημέρωσης βαρύνει τον έμπορο.
-
ενυπόθηκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " burdened " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "burdened" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φέρω το κύριο βάρος [+Γεν.]
-
κουβαλάω μέσα μου
-
υποζύγιο · φορτηγό ζώο
-
ξαλαφρωμένος
-
δίκαιη κατανομή βαρών · ισότιμη κατανομή τών βαρών · συμμετοχή στα δημόσια βάρη χωρίς διακρίσεις
-
άχθος · βάρος · βαραίνω · επίκεντρο · επιβάρυνση · επιβαρύνω · ευθύνη · καρδιά · ουσία · παραφορτώνω · ρεφραίν · φορτίο · φορτώνω · φόρτος · φόρτωμα
-
το βάρος τής απόδειξης
-
καταμερισμός των φόρων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη