Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:

burn

Μετάφραση του "burns" σε Ελληνικά

burns verb noun

Third-person singular simple present indicative form of burn. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " burns " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"burns" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το burns στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Burns proper noun

A surname. [..]

+ Προσθήκη

"Burns" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Burns στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "burns" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γλωσσαλγία
  • θυμιάζω · λιβανίζω
  • ελεγχόμενη καύση
  • Έγκαυμα · έγκαυμα · απανθρακώνω · αποτεφρώνω · εγγραφή · ζεματίζω · κάψιμο · καίγομαι · καίομαι · καίω · καταστρέφω · καυτηριάζω · καύση · καύσος · μαύρισμα · πυρπολώ · ρυάκι
  • έχω λεφτά για πέταμα · μου περισσεύουνε
  • Ρίτσαρντ Μπερνς
  • φλέγον ζήτημα
  • παθαίνω χουνέρι · την πατάω · τσουρουφλίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "burns" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη