Μετάφραση του "butt" σε Ελληνικά
Οι κώλος, αποτσίγαρο, πισινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "butt" σε Ελληνικά.
butt
verb
noun
γραμματική
(slang) The buttocks; used as a euphemism, less objectionable than arse/ass [..]
-
κώλος
noun masculine -
αποτσίγαρο
noun neuterremnant of a smoked cigarette or cigar
-
πισινός
noun masculinebuttocks
I'm just taking one of those... unmotivated butt-in-the-moonbeam walks.
Κάνω έναν από αυτούς... τους ανούσιους περίπατους που φαίνεται ο πισινός στο φεγγαρόφως.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γόπα
- οπίσθια
- άκρη
- στόχος
- άκρο
- ποπός
- ένωση
- κωλομέρια
- βαρέλι
- συνδέω
- λαβή
- τσιγάρο
- βυτίο
- περίγελος
- συναρμολογώ
- υποκόπανος
- σκοπός
- βαρέλι κρασιού ή μπίρας
- γλουτοί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " butt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Butt
proper
A surname.
-
Εφαρμογή
Εικόνες με "butt"
Φράσεις παρόμοιες με "butt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μου βγαίνει ο κώλος · ξεκωλώνομαι
-
πρωκτικό fisting
-
περίγελως (κ. περίγελος), αντικείμενο χλευασμού
-
στου διαόλου τον κώλο
-
σύνδεση άκρων αγωγών
-
κακός μπελάς · μανίκι · στενός κορσές
-
αρχίδι
-
βαρέλι νερού · βυτίο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη