Μετάφραση του "cabling" σε Ελληνικά
Το καλωδίωση είναι η μετάφραση του "cabling" σε Ελληνικά.
cabling
noun
verb
γραμματική
A collection of cables. [..]
-
καλωδίωση
Somebody's always got battery cables in case I need a jump start.
Κάποιος θα έχει καλώδια μπαταρίας, αν χρειαστώ καλωδίωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cabling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cabling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απώλεια καλωδίου
-
τελεφερίκ · τραμ
-
καλωδιοδιαδρομή
-
φρεάτιο καλωδίων
-
καλωδιακή σύνδεση
-
Μονάδα
-
καλωδιακό δίκτυο
-
πιάστρα καλωδίου, αρπάγη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη