Μετάφραση του "cake" σε Ελληνικά

Οι τούρτα, κέικ, πίτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cake" σε Ελληνικά.

cake verb noun γραμματική

A rich, sweet dessert food, typically made of flour, sugar and eggs and baked in an oven, and often covered in icing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τούρτα

    noun feminine

    a sweet dessert [..]

    My mother cut the cake.

    Η μητέρα μου έκοψε την τούρτα.

  • κέικ

    noun neuter

    a sweet dessert [..]

    He baked her a red cake shaped like a heart.

    Της έψησε ένα κόκκινο κέικ σε σχήμα καρδιάς.

  • πίτα

    noun feminine

    If Adam wants to bake us a cake it's our job to support him.

    Αν ο Adam θέλει να μας φτιάξει πίτα είναι καθήκον μας να τον στηρίξουμε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γλύκισμα
    • τούβλο
    • πλίνθος
    • ευκολάκι
    • παιχνιδάκι
    • πλάκα
    • κρούστα
    • κουλούρα
    • πέτσα
    • επίπαγος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cake " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cake
+ Προσθήκη

"Cake" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Cake στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "cake"

Φράσεις παρόμοιες με "cake" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cake" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη