Μετάφραση του "calculable" σε Ελληνικά
Οι μετρήσιμος, υπολογίσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calculable" σε Ελληνικά.
calculable
adjective
γραμματική
Able to be calculated. [..]
-
μετρήσιμος
adjective masculine -
υπολογίσιμος
adjective masculineBut the point to remember is that taking medicine is a calculated risk —it is a two-edged sword.
Αλλά το σημείο που θα θυμάσθε είναι ότι η λήψις φαρμάκων είναι υπολογίσιμος κίνδυνος—δίκοπο μαχαίρι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calculable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "calculable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπολογιζόμενο μετρικό
-
Υπολογίζω
-
Υπολογιζόμενα μετρικά
-
υπολογιστής · υπολογιστής χεριού
-
Αριθμομηχανή
-
υπολογίζω
-
βασίζομαι · εκτιμώ · λογαριάζω · μετρώ · προβλέπω · υπολογίζω · υπολογισθεί
-
λογαριάζομαι · υπολογίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη