Μετάφραση του "call" σε Ελληνικά

Οι καλώ, φωνάζω, τηλεφωνώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "call" σε Ελληνικά.

call verb noun γραμματική

A telephone conversation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλώ

    verb

    to request, summon, or beckon [..]

    That's what we call people who haven't integrated well into the Sanctuary.

    'νθρωποι οι οποίοι δεν έχουν αφομοιωθεί καλά στο'συλο.

  • φωνάζω

    verb

    to cry or shout [..]

    Well, I call her my sister, but she's actually my mom.

    Βασικά, έτσι τη φωνάζω εγώ, αλλά είναι η μαμά μου.

  • τηλεφωνώ

    verb

    to contact by telephone [..]

    She called a doctor.

    Τηλεφώνησε σ' έναν γιατρό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τηλεφώνημα
    • κλήση
    • κραυγή
    • πρόσκληση
    • κάλεσμα
    • επίσκεψη
    • εφημερία
    • ονομάζω
    • αποκαλώ
    • τιτίβισμα
    • αναφώνηση
    • ξεφωνητό
    • ζήτηση
    • λέω
    • επισκέπτομαι
    • φωνή
    • προσκαλώ
    • προβλέπω
    • έκκληση
    • κλήση τηλεφωνική
    • απόφαση
    • χαρακτηρίζω
    • αγορά
    • θεωρώ
    • προσκλητήριο
    • κράζω
    • κραυγάζω
    • ονοματίζω
    • προσφωνώ
    • προφητεύω
    • ξεφωνίζω
    • προμαντεύω
    • φωνασκώ
    • χολή
    • αίτημα, αιτήματα
    • δηλώνω στα χαρτιά
    • θεία επιταγή
    • προλέγω
    • στέλνω μήνυμα
    • φωνάζω ''κάποιον''
    • χτυπώ στα χαρτιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " call " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Call proper noun

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλήση

    A Lync menu that opens a list of options for the selected person. In Office Communicator, a menu item that opens a list of numbers for the selected person. When the user selects a phone number, Lync or Office Communicator places the call.

    They' re using the Call to bring the victim in

    Χρησιμοποιούν την Κλήση για να τραβήξουν το θύμα

  • Κλήση, συνδιάλεξη, πρόσκληση

CALL noun γραμματική

Initialism of [i]computer-assisted language learning[/i].

+ Προσθήκη

"CALL" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το CALL στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "call"

Φράσεις παρόμοιες με "call" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "call" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη