Μετάφραση του "camp" σε Ελληνικά
Οι κατασκήνωση, στρατόπεδο, καταυλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "camp" σε Ελληνικά.
An outdoor place acting as temporary accommodation in tents or other temporary structures. [..]
-
κατασκήνωση
noun feminineoutdoor place [..]
I get the feeling you're not too crazy about being at camp.
Νιώθω πως δεν σου αρέσει και πολύ η κατασκήνωση.
-
στρατόπεδο
noun neuterbase [..]
I have no radio coverage with the main camp so I'm going back.
Δεν έχω ασύρματη κάλυψη με το στρατόπεδο, έτσι θα πάω πίσω.
-
καταυλισμός
noun masculineoutdoor place [..]
If the camp is close by, they'll hear us.
Αν ο καταυλισμός είναι κοντά, σίγουρα θα μας ακούσουν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατασκηνώνω
- πούστης
- θηλυπρεπής
- κάμπινγκ
- κραυγαλέο
- υπέρμετρα θεατρικό
- φανταχτερό
- σταθμός
- εργοτάξιο
- στρατοπεδεύω
- στρατόπεδευση
- κλίκα
- κάνω κάμπινγκ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " camp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Initialism of [i]cyclic AMP[/i].
"cAMP" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το cAMP στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
A diminutive of the male given name Campbell. [..]
"Camp" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Camp στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Central Atlantic magmatic province
"CAMP" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το CAMP στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "camp"
Φράσεις παρόμοιες με "camp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκαζάκι
-
κέντρο διερχομένων
-
Ο Λάζλο στην κατασκήνωση
-
υπαίθρια φωτιά · φωτιά (τής) κατασκήνωσης
-
κατασκηνώνω · στήνω καταυλισμό · στήνω στρατόπεδο · στρατοπεδεύω
-
κάνω κάμπινγκ · κατασκηνώνω
-
ράντζο
-
στρατόπεδο προσφύγων · στρατόπεδο φιλοξενίας προσφύγων