Μετάφραση του "camphor" σε Ελληνικά
Οι καμφορά, κάμφορα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "camphor" σε Ελληνικά.
camphor
noun
γραμματική
(organic chemistry) A white transparent waxy crystalline isoprenoid ketone, with a strong pungent odour, used in pharmacy. [..]
-
καμφορά
proper noun femininewhite transparent waxy crystalline isoprenoid ketone [..]
Made only in the fall with pine and camphor.
Φτιάχνεται μόνο το Φθινόπωρο από πεύκο και καμφορά.
-
κάμφορα
feminineHow can a person be exposed to camphor?
Πώς μπορεί να εκτεθεί κάποιος στην κάμφορα;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " camphor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "camphor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καμφορόδεντρο
-
καμφορόδεντρο
-
καμφορόδεντρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη