Μετάφραση του "cannibalism" σε Ελληνικά
Οι κανιβαλισμός, ανθρωποφαγία, Κανιβαλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cannibalism" σε Ελληνικά.
The act of eating another of one's own species. [..]
-
κανιβαλισμός
noun masculineact of eating another of one's own species [..]
Their cannibalism was responsible for some excellent recipes that are still used today.
Ο κανιβαλισμός τους ήταν υπεύθυνος για μερικές εξαιρετικές συνταγές που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα.
-
ανθρωποφαγία
noun feminineact of eating another of one's own species [..]
In time of famine humans were let starve to death and even cannibalism was resorted to rather than to eat a sacred animal.
Σε καιρό σιτοδείας, οι άνθρωποι αφήνοντο να πεθαίνουν από την πείνα, εγίνετο δε προσφυγή και στην ανθρωποφαγία ακόμη αντί να φαγωθή ένα ιερό ζώο.
-
Κανιβαλισμός
act or practice of eating the flesh or internal organs of its own beings
Evidence of ritualistic cannibalism dates back to 1000 BC.
Ο Κανιβαλισμός υπήρχε από το 10ο αιώνα π.Χ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cannibalism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cannibalism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κανιβαλισμός
-
αυτοκανιβαλισμός
-
ανθρωποφάγος · κανίβαλος · καννίβαλος
-
ανθρωποφάγος · κανίβαλος · καννίβαλος