Μετάφραση του "capable" σε Ελληνικά

Οι ικανός, άξιος, επιδέξιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capable" σε Ελληνικά.

capable adjective γραμματική

Able and efficient; having the ability needed for a specific task; having the disposition to do something; permitting or being susceptible to something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανός

    adjective masculine

    able and efficient

    Especially now that we know what Connor's capable of.

    Ιδίως τώρα που ξέρουμε γιατί είναι ικανός ο Κόνορ.

  • άξιος

    adjective

    Tony is a competent, capable investigator and a good leader.

    Ο Τόνυ είναι ένας άξιος, ικανός ερευνητής και καλός αρχηγός.

  • επιδέξιος

    adjective

    You were always a capable young man.

    Πάντα ήσουν ένα επιδέξιος νέος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιδεκτικός
    • δυνάμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "capable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • (εφαρμογή) διαχείρισης ουρών στα ταμεία
  • κατάλογος δυνατοτήτων
  • δυναμικότητα · δυνατότητα · ικανότητα
  • δεξιότητα · δυναμικότητα · δυνατότητα · δυνατότητες · επιδεκτικότητα · επιδεξιότητα · η ιδιότητα [+Γεν.] να υφίσταμαι · ικανότητα
  • Δυνατότητα, ικανότητα
  • Θύρα αυξημένων δυνατοτήτων
  • ικανότητα του εδάφους
  • δύναμη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη