Μετάφραση του "capacity" σε Ελληνικά
Οι χωρητικότητα, ικανότητα, ιδιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capacity" σε Ελληνικά.
a measure of such ability; volume [..]
-
χωρητικότητα
noun feminineelectrical capacitance [..]
However, the extra weight should not increase the load capacity of the vehicle.
Ωστόσο, το επιπλέον βάρος δεν θα πρέπει να αυξάνει τη χωρητικότητα του οχήματος.
-
ικανότητα
noun femininecapability; the ability to perform some task
Otherwise, the balance between taxpaying capacity and the tax actually payable would be upset.
Σε αντίθετη περίπτωση, ο πραγματικά απαιτητός φόρος δεν θα αντιστοιχούσε στη σχετική φοροδοτική ικανότητα.
-
ιδιότητα
noun femininethe position in which one functions
The identification of the adverse effects which a biocidal product has an inherent capacity to cause.
Προσδιορισμός των δυσμενών επιδράσεων τις οποίες το βιοκτόνο έχει την εγγενή ιδιότητα να προκαλεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θέση
- απόδοση
- δεξιότητα
- ωφέλιμο φορτίο οχήματος
- δυνατότητα
- λειτουργία
- αξίωμα
- χωρητικότητα, ικανότητα, δυναμικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " capacity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A resource's time based on their resource base calendar minus certain standard exceptions. Capacity is equal to Base Capacity minus an allowance for planned vacations, holidays, sick time, etc. For example, a part-time resource with a Base Capacity of .7FTE might have a Capacity of .65FTE after accouting for partial benefits.
-
Δυνατότητα
A resource's time based on their resource base calendar minus certain standard exceptions. Capacity is equal to Base Capacity minus an allowance for planned vacations, holidays, sick time, etc. For example, a part-time resource with a Base Capacity of .7FTE might have a Capacity of .65FTE after accouting for partial benefits.
This also weighs on the capacity to offer second opportunities to entrepreneurs.
Αυτό επηρεάζει επίσης τη δυνατότητα να προσφέρονται δεύτερες ευκαιρίες στους επιχειρηματίες.
Φράσεις παρόμοιες με "capacity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εφεδρική χωρητικότητα
-
μέτρο όγκου
-
μεταφορική ικανότητα
-
SD υψηλής χωρητικότητας
-
μεσαία χωρητικότητα
-
χωρητικότητα μνήμης
-
μετάδοση μεγάλης χωρητικότητας
-
φέρουσα ικανότητα οικοσυστήματος