Μετάφραση του "captain" σε Ελληνικά
Οι καπετάνιος, πλοίαρχος, λοχαγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "captain" σε Ελληνικά.
A chief or leader. [..]
-
καπετάνιος
noun masculineThe person lawfully in command of an airliner [..]
The captain welcomed us.
Ο καπετάνιος μας καλώς όρισε.
-
πλοίαρχος
noun masculineA naval officer with a rank between commander and commodore or rear admiral [..]
The captain shall facilitate the work of the observers that is additional to actual fishing operations.
Ο πλοίαρχος διευκολύνει τις εργασίες των παρατηρητών εκτός από αυτές καθεαυτές τις εργασίες αλιείας.
-
λοχαγός
noun masculineAn army officer with a rank between the most senior grade of lieutenant and major
I thought the letter was important and the captain sahib must have it at once.
Νόμιζα ότι το γράμμα ήταν σημαντικό και ο λοχαγός, σαχίμπ, έπρεπε να το πάρει αμέσως στα χέρια του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχηγός
- ηγούμαι
- σμηναγός
- Συνταγματάρχης
- καπετάν
- κυβερνήτης
- κυβερνώ
- Λοχαγός
- Πλοίαρχος
- εμποροπλοίαρχος
- μαέστρος
- Αρχηγός αθλητικής ομάδας
- Αρχηγός ποδοσφαιρικής ομάδας
- αρχηγός αθλητικής ομάδας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " captain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An army officer title in most countries [..]
"Captain" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Captain στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "captain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φωστήρας
-
Πλωτάρχης
-
Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι
-
πυρπολητής
-
Ντον Βαν Βλιτ
-
Αντιπλοίαρχος
-
Σμήναρχος · σμήναρχος · συνταγματάρχης
-
διοικητής φρουράς · φρούραρχος