Μετάφραση του "carcinogen" σε Ελληνικά
Οι καρκινογόνο, καρκινογόνο(ς) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carcinogen" σε Ελληνικά.
carcinogen
noun
γραμματική
A substance or agent that can cause cancer. [..]
-
καρκινογόνο
noun neuterThis product is totally carcinogenic, as it can both cause and promote tumours.
Το προϊόν αυτό είναι απόλυτα καρκινογόνο, διότι ευνοεί τη δημιουργία και την ανάπτυξη όγκων.
-
καρκινογόνο(ς)
A substance that causes cancer in humans and animals.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carcinogen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "carcinogen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καρκινογόνος
-
καρκινογένεση
-
καρκινογόνος ουσία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη