Μετάφραση του "carpenter" σε Ελληνικά
Οι ξυλουργός, μαραγκός, επιπλοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carpenter" σε Ελληνικά.
A person skilled at carpentry, the trade of cutting and joining timber in order to construct buildings or other structures. [..]
-
ξυλουργός
noun masculinecarpentry person
Tom was a carpenter.
Ο Τομ ήταν ξυλουργός.
-
μαραγκός
noun masculinecarpentry person [..]
Maybe he's tough but he sure ain't no carpenter.
Μπορεί να είναι σκληρός, αλλά δεν κάνει για μαραγκός.
-
επιπλοποιός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carpenter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An occupational surname derived from the trade name carpenter. [..]
"Carpenter" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Carpenter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "carpenter"
Φράσεις παρόμοιες με "carpenter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέλισσα γένους xylocopa
-
Γνώμων
-
αλφάδι