Μετάφραση του "cartographer" σε Ελληνικά
Το χαρτογράφος είναι η μετάφραση του "cartographer" σε Ελληνικά.
cartographer
noun
γραμματική
One who makes maps or charts. [..]
-
χαρτογράφος
noun masculine m;f masculine;feminineone who makes maps or charts [..]
Stop being a cartographer, and become an explorer.
Σταμάτα να είσαι χαρτογράφος και γίνε εξερευνήτρια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cartographer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cartographer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χαρτογραφικός
-
χαρτογραφικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη