Μετάφραση του "cartwheel" σε Ελληνικά

Οι τροχός, τροχός δίτροχου, τροχός κάρου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cartwheel" σε Ελληνικά.

cartwheel verb noun γραμματική

The literal wheel of a cart. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχός

    Noun masculine

    I hardly see the relevance of cartwheels to what we do.

    Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να κάνουμε τροχούς.

  • τροχός δίτροχου

    noun
  • τροχός κάρου

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cartwheel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cartwheel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cartwheel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη