Μετάφραση του "casual" σε Ελληνικά
Οι περιστασιακός, τυχαίος, απρόβλεπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "casual" σε Ελληνικά.
casual
adjective
noun
γραμματική
Careless. [..]
-
περιστασιακός
adjective masculinecoming without regularity; occasional or incidental
The casual way insults rolled off his tongue.
Οι περιστασιακός τρόπος που επιτίθεται με τη γλώσσα του.
-
τυχαίος
adjective masculinehappening by chance
I am not a casual person with women.
Δεν είμαι τυχαίος με τις γυναίκες.
-
απρόβλεπτος
adjectivehappening or coming to pass without design
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απλός
- ανέμελος
- συνήθης
- κοινός
- αδιάφορος
- χαλαρός
- επιπόλαιος
- συμπτωματικά
- τυχαίως
- πρόχειρος
- ευκαιριακός
- συμπτωματικός
- ανεπίσημος
- μεσοβέζικος
- από σύμπτωση
- τυχαία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " casual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "casual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεπίσημο ντύσιμο · καθημερινά (ρούχα) · καθημερινό ντύσιμο
-
φαινομενικά
-
αδιάφορα · περιστασιακά · στο έτσι · τυχαία
-
ευκαιριακή εργασία
-
ξεπέτα
-
κωλοτρυπίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη