Μετάφραση του "catalyst" σε Ελληνικά
Οι καταλύτης, Καταλύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "catalyst" σε Ελληνικά.
(chemistry) A substance that increases the rate of a chemical reaction without being consumed in the process. [..]
-
καταλύτης
noun masculinesubstance which increases the rate of a chemical reaction without being consumed in the process [..]
She's the new element that's been introduced to his environment, the catalyst to his physical response.
Είναι το νέο στοιχείο που έχει προστεθεί στο περιβάλλον του, και λειτουργεί σαν καταλύτης στη σωματική του αντίδραση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " catalyst " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Καταλύτης
Catalyst consisting of phosphoric acid chemically bonded to a support of silicon dioxide
Καταλύτης που αποτελείται από φωσφορικό οξύ ενωμένο χημικά σε υπόθεμα διοξειδίου του πυριτίου