Μετάφραση του "catcall" σε Ελληνικά
Οι σφύριγμα, γιούχα, γιουχάρω, πρόγκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "catcall" σε Ελληνικά.
catcall
verb
noun
γραμματική
A shout or whistle expressing dislike, especially from a crowd or audience; a jeer, a boo. [..]
-
σφύριγμα
αποδοκιμασίας -
γιούχα, γιουχάρω
noun: a shrill whistle or cry expressing disapproval, as at a public meeting, etc. | verb: to utter such a call (at); deride with catcalls [dictionary.com]
-
πρόγκα
Έντονη αποδοκιμασία σε κπν (συνήθως από πλήθος ανθρώπων), κυρίως με δυνατές φωνές, θορύβους, χλευαστικά σχόλια κτλ. (ΣΥΝ γιούχα, γιουχάρισμα, πρόγκηγμα, <προφ.> κράξιμο) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " catcall " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη